Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2016

Κάηκε ο Θανάσης


Πάει ο Θανασάκης, Στο φούρνο για τις στάχτες, Αγάπες, φίλοι, θερμοί παραστάτες. Πως πέρασε η μέρα, Με Θάνο εκεί πέρα, Χωρίς Αυτόν, το σπίτι μαύρη μέρα. Πολλοί φίλοι ήρθανε, Στο παγωμένο σπίτι, Πού νάναι τώρα, ο φίλος με ουίσκι. Πλήρης φεύγει, ημερών, Τον κόσμ’ όλο γύρισε, Τέτοιο τέλος όμως, δεν προέβλεψε! Πέρασε οκτώ μήνες, Στο σπίτι του θανάτου, Αλλ’ η καρδιά του, δεν τόβαλε κάτω. Δωμάτια με γέρους, Σαλόνια με γριές, Όλοι αυτοί, του χάρου κουβαλητές! Εκκλησίες και παπάδες, Μουφτήδες και αγάδες, Δεν ήθελε με αυτούς μπελάδες. Μόνο με παππαΜάρκο, Τα έτσουζε στο μπάγκο, Στο πνεύμ’ αυτό δεν έκανε εμπάργκο! Ορφάνια, Κατοχή, Στην εκκλησία, μόνο Βρίσκει στοργή, τροφή, σχολικό χρόνο. Αυστραλία, ξενιτιά, Αφήνει τη μισή καρδιά, Στην πατρίδα πάλι πίσω, για παιδιά! Στον αγώνα μας, Εκεί στα Κρεμαστά, Πρώτος στη μάχη, για τα εργατικά. Εδώ , στο Υπουργείο, Έριξε γερό ξύλο, Ο Κατράνας μας, στο Νοσοκομείο! Βραχιόλια στο Θανάση, Απ’ την Άμεση Δράση, Στη φυλακή τώρα, η νέα φάση. Ώρα κακιά, τους λέμε, Με γράμμα, μεταμέλημένοι, Ελεύθερος και πάλι, ο Θάνος μένει! Στη νέα κατάσταση, Δουλειά πια για τη ζωή, Στο εμπόριο που σταδιοδρομεί. Με τις τότε φλοκάτες, Μπόλικοι πελάτες , Ανθεί, με αμέρικανικές πλάτες. Η άνθισης όμως αυτή, Έφερε την υπερβολή, Αλλά, πάλι τη ζωή, ισορροπεί. Ταξίδια στον αέρα, Εδώ και παραπέρα, Της Αγάπης , τάραζε την ημέρα. Τη φαμιλιά φροντίζει, Το μέλλον εξασφαλίζει, Αφήνει, προίκα, π’ άρχοντα θυμίζει! Φιλότιμος, λεβέντης, Άρχοντας στη Γλυφάδα, Πρώτος δε πότης, στη οινοομάδα! Απρόβλεπτος στις δράσεις, Ριψοκίνδυνος τύπος, Αριστερός στην καρδιά του, ο χτύπος. Κι’όμως, χαρήκαμε, Που έφυγε ο Θάνος, Κρίμα, που έτσι, τον αμελούσε ο Χάρος! Πού να’σαι Θανασάκη, Να δεις τώρα τους πόνους, Απ’αυτούς, που άφησες πίσω, κλώνους. Ο Στέλιος και Αντώνης Και η πιστή σου Μάρω, Σε φρόντισαν, σαν αναμμένο Φάρο. Τελευταίο ταξίδι, Κλεισμένος στο λαγήνι, Στη θάλασσα της Καλαμάτας, η ΓΑΛΗΝΗ! Θα μαζευτούμε, όλοι, Στου Νικόλα, στο γιαλό, Να πιούμε, ΘΑΝΟ, το ανέσπερο ποτό!